Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανατρέπομαι < παθητική φωνή του ρήματος ανατρέπω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ανατρέπομαι

ανατρέπω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία