Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δευτεροβάθμιος < δευτερο- + βαθμ(ός) + -ιος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική de deuxième classe / du second degré

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δευτεροβάθμιος -α -ο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία