Ελληνικά (el) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δεύτερος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δεύτερος < δύο

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈðe.fte.ɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δεύ‐τε‐ρος

  ΑριθμητικόΕπεξεργασία

δεύτερος, -η/-α, -ο αριθμητικό επίθετο

  1. (τακτικό αριθμητικό) που ακολουθεί τον πρώτο και προηγειται του τριτου , που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν δύο (2)
    ήρθε δεύτερος και καταϊδρωμένος
    η κόρη μου πάει στη δευτέρα τάξη
  2. κατώτερος σε ποιότητα ή τάξη
    δεύτερης ποιότητας, δευτέρας διαλογής
  3. (λαϊκότροπο) εφεδρικός, η λέξη εφεδρικός προτιμάται προς αποφυγήν παρανοήσεων

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • (από) δεύτερο χέρι : για κάτι μεταχειρισμένο
  • σε δεύτερη μοίρα : παραγκωνισμένο, υποβιβασμένο, υποδεέστερης σημασίας

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

όπως

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία