Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική πρώτος πρώτη πρώτο
γενική πρώτου πρώτης πρώτου
αιτιατική πρώτο πρώτη πρώτο
κλητική πρώτε πρώτη πρώτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πρώτοι πρώτες πρώτα
γενική πρώτων πρώτων πρώτων
αιτιατική πρώτους πρώτες πρώτα
κλητική πρώτοι πρώτες πρώτα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρώτος < αρχαία ελληνική πρῶτος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pr̥H-

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpɾɔ.tɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈpɾɔ.ti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈpɾɔ.tɔ/ ουδέτερο

  ΑριθμητικόΕπεξεργασία

πρώτος, -η, -ο

  1. (τακτικό αριθμητικό) που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν ένα, που δεν έχει άλλον πριν από αυτόν
  2. που ηγείται
    πρώτος μεταξύ ίσων
  3. ο καλύτερος
    ήταν ο πρώτος μαθητής στο σχολείο
  4. (οικείο) σε ένδειξη επιδοκιμασίας
    είσαι και ο πρώτος
  5. (μαθηματικά) για αριθμό που δεν έχει άλλους διαιρέτες εκτός από τον εαυτό του και το 1
  6. (θρησκεία) τιμητικός τίτλος που έφερε ο επικεφαλής μιας μοναστικής πολιτείας ή ο προεδρεύων στις αγιορείτικες συνάξεις

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία