Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

prime (en)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

prime 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
prime primes

prime (fr) θηλυκό

  1. πριμοδότηση, πρόσθετη αμοιβή
    pour Noël, les employés ont reçu une prime - οι υπάλληλοι πήραν πριμοδότηση για τα Χριστούγεννα