Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τιμητικός η τιμητική το τιμητικό
      γενική του τιμητικού της τιμητικής του τιμητικού
    αιτιατική τον τιμητικό την τιμητική το τιμητικό
     κλητική τιμητικέ τιμητική τιμητικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τιμητικοί οι τιμητικές τα τιμητικά
      γενική των τιμητικών των τιμητικών των τιμητικών
    αιτιατική τους τιμητικούς τις τιμητικές τα τιμητικά
     κλητική τιμητικοί τιμητικές τιμητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τιμητικός < ελληνιστική κοινή τιμητικός (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική τιμητικός < τιμάω / τιμῶ ( (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική d’honneur[1])

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τιμητικός, -ή, -ό

  1. που πραγματοποιείται ή υφίσταται για να αποδοθεί τιμή σε κάποιον
  2. που δείχνει ή φανερώνει τιμή ή εκτίμηση προς κάποιον
  3. (ουσιαστικοποιημένο) τιμητική

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία