Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τιμή οι τιμές
      γενική της τιμής των τιμών
    αιτιατική την τιμή τις τιμές
     κλητική τιμή τιμές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τιμή < αρχαία ελληνική τιμή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τιμή θηλυκό

  1. το χρηματικό ποσό που πληρώνει κανείς για να αποκτήσει ένα ορισμένο πράγμα ή υπηρεσία
  2. ο σεβασμός που έχουν ή δείχνουν άλλοι για κάποιον, και η δήλωση αυτού του σεβασμού
  3. η προσωπική αντίληψη κάποιου για τη δική του αξία που απορρέει από τη φύση του ως ανθρώπου
  4. η καλή φήμη κάποιου η οποία στηρίζεται στην προσωπική αίσθηση του ηθικού ορθού και δικαίου
  5. προνόμιο
    ήταν τιμή μου να γευματίσω με τον τάδε
  6. (μαθηματικά) μέγεθος ή ποσότητα που εκφράζει μια μεταβλητή

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τιμή < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kʷi-mā- < *kʷei- (τιμή, αξία)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τιμή θηλυκό

  1. η ένδειξη σεβασμού, η αναγνώριση της αξίας
  2. το αξίωμα, η εξουσία
  3. (κατ' επέκταση) το πρόσωπο που έχει αξίωμα
  4. η τιμητική προσφορά
  5. ο προσδιορισμός της περιουσίας
  6. η εκτίμηση της ζημιάς
  7. (συνεκδοχικά) η αποζημίωση σαν ποινή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία