Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική πολύτιμος πολύτιμη πολύτιμο
γενική πολύτιμου πολύτιμης πολύτιμου
αιτιατική πολύτιμο πολύτιμη πολύτιμο
κλητική πολύτιμε πολύτιμη πολύτιμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πολύτιμοι πολύτιμες πολύτιμα
γενική πολύτιμων πολύτιμων πολύτιμων
αιτιατική πολύτιμους πολύτιμες πολύτιμα
κλητική πολύτιμοι πολύτιμες πολύτιμα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολύτιμος < ελληνιστική κοινή πολύτιμος. Συγχρονικά αναλύεται σε πολύ- + τιμ(ή) + -ος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πολύτιμος

  1. που έχει μεγάλη αξία
    το πιο πολύτιμο μέταλλο
  2. (μεταφορικά, για πράγματα) πολύ χρήσιμος, πολύ ωφέλιμος
    έκανε μια πολύτιμη ανακάλυψη
  3. γενικά, κάθε τι που μας είναι ακριβό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία