Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πολύτιμος η πολύτιμη το πολύτιμο
      γενική του πολύτιμου της πολύτιμης του πολύτιμου
    αιτιατική τον πολύτιμο την πολύτιμη το πολύτιμο
     κλητική πολύτιμε πολύτιμη πολύτιμο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πολύτιμοι οι πολύτιμες τα πολύτιμα
      γενική των πολύτιμων των πολύτιμων των πολύτιμων
    αιτιατική τους πολύτιμους τις πολύτιμες τα πολύτιμα
     κλητική πολύτιμοι πολύτιμες πολύτιμα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολύτιμος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πολύτιμος. Συγχρονικά αναλύεται σε πολύ- + τιμ(ή) + -ος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /poˈli.ti.mos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πο‐λύ‐τι‐μος
παρώνυμο: πολύτομος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πολύτιμος

  1. που έχει μεγάλη αξία
    το πιο πολύτιμο μέταλλο είναι ο χρυσός
  2. (μεταφορικά, για πράγματα) πολύ χρήσιμος, πολύ ωφέλιμος
    έκανε μια πολύτιμη ανακάλυψη
  3. γενικά, για κάθε τι που μας είναι ακριβό ή πολυαγαπημένο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

(ελληνιστική κοινή) ζητούμενο λήμμα

  ΠηγέςΕπεξεργασία