Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἀξία, άξια, αξιά

Ελληνικά (el)

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αξία οι αξίες
      γενική της αξίας των αξιών
    αιτιατική την αξία τις αξίες
     κλητική αξία αξίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία

αξία < αρχαία ελληνική ἀξία

  Ουσιαστικό

αξία θηλυκό

  1. η τιμή προϊόντος ή υπηρεσίας
  2. η σπουδαιότητα και η χρησιμότητα ενός αγαθού, το πόσο αξίζει κάτι
    τώρα κατάλαβα την αξία της φιλίας
    το εύρημα είναι μεγάλης αρχαιολογικής αξίας
  3. πολύτιμο πνευματικό (κυρίως) ή άλλο αγαθό που λειτουργεί ως καθοδηγητικός παράγοντας στη ζωή ενός ανθρώπου ή αναγνωρίζεται ως τέτοιο από το κοινωνικό σύνολο
    στην εποχή μας το χρήμα έχει παραμερίσει όλες τις άλλες αξίες, ακόμα και τη φιλία και την ίδια την οικογένεια
  4. (μουσική) η χρονική διάρκεια μιας νότας (π.χ. τέταρτο, όγδοο)
  5. τίτλοι όπως μετοχές, ομόλογα κλπ
    χρηματιστήριο αξιών

Συγγενικές λέξεις

δείτε τη λέξη:  άξιος

  Μεταφράσεις