Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

value (en)

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

value (en)

  • εκτιμώ, κρίνω την αξία ή την τιμή ενός πράγματος
  • εκτιμώ, έχω σε εκτίμηση κάτι ή κάποιον, αναγνωρίζω την αξία του

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • value στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια