Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

value (en)

  1. αξία
  2. τιμή
  3. (προγραμματισμός) τιμή, περιεχόμενο μεταβλητής ή αποτέλεσμα συνάρτησης

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

πληροφορική:

  ΡήμαΕπεξεργασία

value (en)

  • εκτιμώ, κρίνω την αξία ή την τιμή ενός πράγματος
  • εκτιμώ, έχω σε εκτίμηση κάτι ή κάποιον, αναγνωρίζω την αξία του

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • value στην αγγλική Βικιπαίδεια