Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χρησιμότητα οι χρησιμότητες
      γενική της χρησιμότητας των χρησιμοτήτων
    αιτιατική τη χρησιμότητα τις χρησιμότητες
     κλητική χρησιμότητα χρησιμότητες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρησιμότητα < χρήσιμος + -ότης/-ότητα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χρησιμότητα θηλυκό (πιο δόκιμο στον ενικό)

  1. η ιδιότητα του χρήσιμου
    Δεν καταλαβαίνω τη χρησιμότητα αυτής της συσκευής

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία