Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-ότης < αρχαία ελληνική -της (θηλυκό), επίθημα σε ουσιαστικά με θέμα που έληγε σε -ο, με επέκταση στις μορφές -ότης, -ύτης > (νέα ελληνική) -ότητα, -ύτητα[1]

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-ότης (γενική ενικού: -ότητος)

ΣύνθεταΕπεξεργασία

δείτε επίσης

  ΑναφορέςΕπεξεργασία