Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η καθαρεύουσα
      γενική της καθαρεύουσας
    αιτιατική την καθαρεύουσα
     κλητική καθαρεύουσα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καθαρεύουσα < μετοχή ενεστώτα θηλυκού γένους του ρήματος καθαρεύω· επειδή ένας από τους αρχικούς στόχους των καθαρολόγων μετά την Τουρκοκρατία ήταν η απαλλαγή της γλώσσας από ξένες γλωσσικές προσμείξεις

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.θaˈɾɛ.vu.sa/
συλλαβισμός: κα‐θα‐ρεύ‐ου‐σα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καθαρεύουσα θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

 

ελληνική γλώσσα
3η χιλιετία π.Κ.Ε. 1600-1100 10ος-8ος
αιώνας
7ος
αιώνας
5ος-323 323 π.Κ.Ε. -
330 Κ.Ε.
330Κ.Ε. -
600
600-1100 1100-1453 1453-1669 1669-1900 1976 →  
προϊστορικά χρόνια αρχαία χρόνια ύστερη αρχαιότητα μεσαία χρόνια νεότερα χρόνια
πρωτοελληνική αρχαία ελληνικά ← → μεσαιωνικά ελληνικά ← → νέα ελληνικά
   μυκηναϊκή διάλεκτος   ομηρική γλώσσα αττική
και άλλες διάλεκτοι
ελληνιστική κοινή ύστερη ελληνιστική μεσαιωνική
← αττικίζουσα
δημώδης →
ύστερη μεσαιωνική
ή μεταβυζαντινή
ή πρώιμη νεοελληνική
καθαρεύουσα
δημοτική
νεοελληνική κοινή
γραφή
Γραμμική Β ελληνικά κεφαλαία μικρά γράμματα, πνεύματα, τόνοι 1982: μονοτονικό
ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ: προελληνική, πρωτοϊνδοευρωπαϊκή
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 1100 πΚΕ: Κάθοδος Δωριέων. 7ος αιώνας: Όμηρος. Από τους κλασικούς έως τον Αριστοτέλη. 323: θάνατος Αλεξάνδρου. Ελληνιστική κοινή: από τον Πλούταρχο έως και το 330 ΚΕ: ίδρυση Κωνσταντινούπολης, έως το 600: Ιουστινιανός: η ελληνική, επίσημη γλώσσα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. 1453: άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς. 1669: πτώση του Χάνδακα και τερματισμός της κρητικής λογοτεχνίας. 1976: Η δημοτική, επίσημη γλώσσα του ελληνικού κράτους.
ΕΠΙΣΗΣ ΔΕΙΤΕ: Διάλεκτοι της αρχαίας ελληνικής. Νεότερες ποικιλίες. Παράρτημα:Ελληνική γλώσσα.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία