Άνοιγμα κυρίως μενού

Βικιλεξικό β

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καθαρεύουσα -
γενική καθαρεύουσας -
αιτιατική καθαρεύουσα -
κλητική καθαρεύουσα -

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καθαρεύουσα < μετοχή ενεστώτα θηλυκού γένους του ρήματος καθαρεύω· επειδή ένας από τους αρχικούς στόχους των καθαρολόγων μετά την Τουρκοκρατία ήταν η απαλλαγή της γλώσσας από ξένες γλωσσικές προσμείξεις

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.θa.ˈɾɛ.vu.sa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καθαρεύουσα θηλυκό

  • λόγια αρχαΐζουσα μορφή της νέας ελληνικής γλώσσας, που ήταν η επίσημη γλώσσα του κράτους μέχρι το 1976

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία