Δείτε: Κατηγορία:Νέα ελληνικά, Κατηγορία:Μεσαιωνικά ελληνικά, Κατηγορία:Αρχαία ελληνικά

Ελληνικά (el)

 
Η Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:

  Ετυμολογία

ελληνικάδείτε τη λέξη ελληνικός < αρχαία ελληνικά ἑλληνικός
για τη γλώσσα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ελληνικός στον πληθυντικό

  Προφορά

ΔΦΑ : /ε.li.ni.ˈka/
συλλαβισμός: ελ‐λη‐νι‐κά

  Ουσιαστικό

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα ελληνικά
      γενική των ελληνικών
    αιτιατική τα ελληνικά
     κλητική ελληνικά
Παράρτημα:Ουσιαστικά

ελληνικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Άλλες μορφές

Συγγενικές λέξεις

Δείτε επίσης

Για τη νέα ελληνική

και τις ποικιλίες της (διαλέκτους, ιδιώματα)

Επίσης:

ελληνική γλώσσα
3η χιλιετία π.Κ.Ε. 1600-1100 10ος-8ος
αιώνας
7ος
αιώνας
5ος-323 323 π.Κ.Ε. -
330 Κ.Ε.
330Κ.Ε. -
600
600-1100 1100-1453 1453-1669 1669-1900 1976 →  
προϊστορικά χρόνια αρχαία χρόνια ύστερη αρχαιότητα μεσαία χρόνια νεότερα χρόνια
πρωτοελληνική αρχαία ελληνικά ← → μεσαιωνικά ελληνικά ← → νέα ελληνικά
   μυκηναϊκή διάλεκτος   ομηρική γλώσσα αττική
και άλλες διάλεκτοι
ελληνιστική κοινή ύστερη ελληνιστική μεσαιωνική
← αττικίζουσα
δημώδης →
ύστερη μεσαιωνική
ή μεταβυζαντινή
ή πρώιμη νεοελληνική
καθαρεύουσα
δημοτική
νεοελληνική κοινή
γραφή
Γραμμική Β ελληνικά κεφαλαία μικρά γράμματα, πνεύματα, τόνοι 1982: μονοτονικό
ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ: προελληνική, πρωτοϊνδοευρωπαϊκή
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 1100 πΚΕ: Κάθοδος Δωριέων. 7ος αιώνας: Όμηρος. Από τους κλασικούς έως τον Αριστοτέλη. 323: θάνατος Αλεξάνδρου. Ελληνιστική κοινή: από τον Πλούταρχο έως και το 330 ΚΕ: ίδρυση Κωνσταντινούπολης, έως το 600: Ιουστινιανός: η ελληνική, επίσημη γλώσσα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. 1453: άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς. 1669: πτώση του Χάνδακα και τερματισμός της κρητικής λογοτεχνίας. 1976: Η δημοτική, επίσημη γλώσσα του ελληνικού κράτους.
ΕΠΙΣΗΣ ΔΕΙΤΕ: Διάλεκτοι της αρχαίας ελληνικής. Νεότερες ποικιλίες. Παράρτημα:Ελληνική γλώσσα.

Σημειώσεις

  • Τα ονόματα γλωσσών γράφονται στα ελληνικά με μικρό αρχικό γράμμα.[1] Σπάνια βλέπουμε γραφή με αρχικό κεφαλαίο (π.χ. Ελληνικά, Νεοελληνικά).

  Μεταφράσεις

  Επίρρημα

ελληνικά

  1. χρησιμοποιώντας την ελληνική γλώσσα
  2. με ελληνικό τρόπο, σύμφωνα με τα ελληνικά έθιμα
     συνώνυμα: ελληνιστί, ελληνικώς, ελληνότροπα, ελληνοτρόπως

  Μεταφράσεις

  Κλιτικός τύπος επιθέτου

ελληνικά

  Αναφορές

  1. Βλ. Ορθογραφία στο επίσημο σχολικό βιβλίο Γραμματικής Γυμνασίου (2018).