Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σορβικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό ή σοραβικά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία