Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αφρικάανς < ολλανδική Afrikaans

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αφρικάανς άκλιτο

  1. άλλη μορφή του αφρικανολλανδικά

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία