Άνοιγμα κυρίου μενού

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἑλληνικός < Ἕλλην + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἑλληνικός

  1. ελληνικός, που προέρχεται από την Ελλάδα ή ανήκει ή αναφέρεται ή σχετίζεται με την Ελλάδα και τους Έλληνες
    ἀπὸ θαλάσσης τῆς Ἑλληνικῆς μέχρι Σούσων (Ηρόδοτος, Ε.54)