Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δημώδης < αρχαία ελληνική

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ði.ˈmɔ.ðis/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δημώδης, -ης, -ες

τα σατιρικά ποιήματα του Πτωχοπρόδρομου γράφτηκαν στη δημώδη γλώσσα του 12ου αιώνα
τα δημώδη άσματα (τα δημοτικά τραγούδια)
οι ρομανικές γλώσσες προέρχονται από τη δημώδη λατινική

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία