Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δήμος δήμοι
γενική δήμου δήμων
αιτιατική δήμο δήμους
κλητική δήμε δήμοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δήμος < αρχαία ελληνική δῆμος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *deh₂mos < *deh₂- (διαιρώ)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈði.mɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δήμος αρσενικό

  1. (γεωγραφία) διοικητική υποδιαίρεση της χώρας που αποτελεί και τον πρώτο βαθμό αυτοδιοίκησης
  2. (αρχαία ιστορία) ο λαός μιας πόλης-κράτους
  3. (αρχαία ιστορία) υποδιαίρεση της αρχαίας Αθήνας

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία