Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική δημοτικός δημοτική δημοτικό
γενική δημοτικού δημοτικής δημοτικού
αιτιατική δημοτικό δημοτική δημοτικό
κλητική δημοτικέ δημοτική δημοτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δημοτικοί δημοτικές δημοτικά
γενική δημοτικών δημοτικών δημοτικών
αιτιατική δημοτικούς δημοτικές δημοτικά
κλητική δημοτικοί δημοτικές δημοτικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δημοτικός < αρχαία ελληνική δημοτικός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ði.mɔ.ti.ˈkɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δημοτικός, -ή, -ό

  1. που ανήκει σε έναν οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, ένα δήμο
    δημοτικό διαμέρισμα, δημοτική αστυνομία
  2. που είναι συλλογικό δημιούργημα του λαού και όχι (ενός επώνυμου δημιουργού)· που ανήκει στη λαϊκή παράδοση ή την ακολουθεί
    δημοτικό τραγούδι, δημοτική μουσική
     συνώνυμα: παραδοσιακός
  3. για τη γλώσσα που μιλιέται ή για τη γραφή που χρησιμοποιείται από το λαό (και όχι από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα)
    η δημοτική γλώσσα, η δημοτική αιγυπτιακή γραφή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία