Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παράδοση οι παραδόσεις
      γενική της παράδοσης* των παραδόσεων
    αιτιατική την παράδοση τις παραδόσεις
     κλητική παράδοση παραδόσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, παραδόσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παράδοση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παράδο(σις) + -ση < παραδίδω < παρά- + δίδω, δόσις

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /paˈɾa.ðo.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πα‐ρά‐δο‐ση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παράδοση θηλυκό

  1. το να παραδίδεις κάτι σε κάποιον, η μεταφορά ενός αντικειμένου σε κάποιον, το δόσιμο
    Το δέμα μάς ήρθε με παράδοση κατ’ οίκον.
     αντώνυμα: παραλαβή
  2. το να παραδίνεται κάποιος (πχ στον εχθρό ή ο καταζητούμενος στην αστυνομία)
  3. η διδασκαλία της επόμενης ενότητας από τον καθηγητή ή τον δάσκαλο
    το μάθημα αρχίζει με την εξέταση των διδαχθέντων και συνεχίζεται με την παράδοση
  4. τα έθιμα και οι συνήθειες των ανθρώπων, που διατηρούνται από γενιά σε γενιά· οι παγιωμένες συνήθειες ή πρακτικές σε διάφορους τομείς δραστηριότητας
    η χώρα μας έχει μεγάλη παράδοση
    ※  Έτσι και το μυθιστόρηµα του Ροΐδη αποτελεί ένα πολυδιαστρωματωμένο παλίμψηστο, όπου φράσεις-αποσπάσματα από έργα της φιλοσοφικής και θρησκευτικής παράδοσης -ελληνικής και ευρωπαϊκής- μεταφέρονται στα συμφραζόμενα της Πάπισσας, […].
    Ειρήνη Χατζοπούλου, «Η Πάπισσα Ιωάννα του Εμμανουήλ Ροΐδη: μια πρόταση πρώιμου νεωτερικού-ναρκισσιστικού μυθιστορήματος»], [σ. 4]. Από τα Πρακτικά του 5ου Συνεδρίου της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών (ΕΕΝΣ), με θέμα: Συνέχειες, ασυνέχειες, ρήξεις στον ελληνικό κόσμο (1204-2014): οικονομία, κοινωνία, ιστορία, λογοτεχνία (Θεσσαλονίκη, 2-5 Οκτωβρίου 2014). Στον ιστότοπο της ΕΕΝΣ· πρόσβαση: 2022-09-09.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία