↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παραλαβή οι παραλαβές
      γενική της παραλαβής των παραλαβών
    αιτιατική την παραλαβή τις παραλαβές
     κλητική παραλαβή παραλαβές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
παραλαβή < λείπει η ετυμολογία

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

παραλαβή θηλυκό

  • η πράξη του παραλαμβάνω, το να πάρει κάποιος, αντικείμενο που του έδωσε άλλος

  Μεταφράσεις

επεξεργασία