Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το έθιμο τα έθιμα
      γενική του εθίμου των εθίμων
    αιτιατική το έθιμο τα έθιμα
     κλητική έθιμο έθιμα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έθιμο < αρχαία ελληνική ἔθιμον, ουδέτερο του επιθέτου ἔθιμος < ἔθω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

έθιμο ουδέτερο

  1. ενέργεια που επαναλαμβάνεται σε καθορισμένες περιστάσεις, όπως έχει καθιερωθεί από την παράδοση ενός λαού ή τόπου
    τα τοπικά έθιμα του γάμου
    τα ήθη και τα έθιμα του ελληνικού λαού
  2. (νομικά) είναι η επαναλαμβανόμενη τήρηση για μεγάλο χρονικό διάστημα κάποιας ορισμένης συμπεριφοράς, όπου με την πάροδο του χρόνου αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη νομική ισχύ, αποτελώντας έτσι πρωτογενή πηγή δικαίου και για οποιοδήποτε κλάδο (δικαίου)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία