Ρουμανικά (ro) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

obicei (ro) ουδέτερο

  1. συνήθεια
  2. έθιμο

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • că de obicei: ως συνήθως