Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνήθεια < αρχαία ελληνική συνήθεια < συνήθης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

  1. συμπεριφορά που επαναλαμβάνεται πανομοιότυπα και, συνήθως, όχι συνειδητά
    το κάπνισμα είναι κακιά συνήθεια
  2. παγιωμένος και μη υποχρεωτικός τρόπος συμπεριφοράς των μελών μεγαλύτερης ή μικρότερης ομάδας, έθιμο
    τοπική συνήθεια

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία