Δείτε επίσης: ήθος

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ἠθεσ-
ονομαστική τὸ ἦθος τὰ ἤθη - ἤθε
      γενική τοῦ ἤθους - ἤθεος τῶν ἠθῶν - ἠθέων
      δοτική τῷ ἤθει - ἤθεῐ̈ τοῖς ἤθεσ(ν)
    αιτιατική τὸ ἦθος τὰ ἤθη - ἤθεα
     κλητική ! ἦθος ἤθη - ἤθεα
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἤθει - ἤθεε
γεν-δοτ τοῖν  ἠθοῖν - ἠθέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «σκεῦος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἦθος < ἔθος < ἔθω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *swe-dʰh₁ < *swe- (εαυτός) + *dʰeh₁- (θέτω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἦθος ουδέτερο

  1. το συνηθισμένο μέρος, το λημέρι
  2. το έθιμο, οι τρόποι
  3. ο χαρακτήρας, οι τρόποι, η διάθεση
  4. η εξωτερική μορφή
  5. ένα δραματικό πρόσωπο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία