Δείτε επίσης: ήθος

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἦθος ἤθει ἤθη
Γενική ἤθους ἠθοῖν ἠθῶν
Δοτική ἤθει ἠθοῖν ἤθεσι(ν)
Αιτιατική ἦθος ἤθει ἤθη
Κλητική ἦθος ἤθει ἤθη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἦθος < ἔθος < ἔθω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *swe-dʰh₁ < *swe- (εαυτός) + *dʰeh₁- (θέτω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἦθος ουδέτερο

  1. το συνηθισμένο μέρος, το λημέρι
  2. το έθιμο, οι τρόποι
  3. ο χαρακτήρας, οι τρόποι, η διάθεση
  4. η εξωτερική μορφή
  5. ένα δραματικό πρόσωπο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία