Κατηγορία:Ουσιαστικά με κλίση όπως το 'βέλος' (αρχαία ελληνικά)

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
βελεσ-
ονομαστική τὸ βέλος τὰ βέλη - βέλε
      γενική τοῦ βέλους - βέλεος τῶν βελῶν - βελέων
      δοτική τῷ βέλει - βέλεῐ̈ τοῖς βέλεσ(ν)
    αιτιατική τὸ βέλος τὰ βέλη - βέλεα
     κλητική ! βέλος βέλη - βέλεα
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βέλει - βέλεε
γεν-δοτ τοῖν  βελοῖν - βελέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «βέλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

3η κλίση - τριτόκλιτα ουδέτερα σιγμόληκτα ουσιαστικά σε -ος, γενική -εος & -ους

τὸ βέλος, τοῦ βέλους / βέλεος, τὰ βέλη / βέλεα, τῶν βελῶν / βελέων
τὸ σκεῦος, τοῦ σκεύους / σκεύεος, τὰ σκεύη / σκεύεα, τῶν σκευῶν / σκευέων
τὸ ἄνθος, τοῦ ἄνθους χωρίς όλους τους ασυναίρετους τύπους


Περισσότερα στο Παράρτημα

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'βέλος'}}
και βέλος2 για το ἄνθος

Υποκατηγορίες

Αυτή η κατηγορία έχει τις ακόλουθες 13 υποκατηγορίες, από 13 συνολικά.