Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βέλος βέλη
γενική βέλους βελών
αιτιατική βέλος βέλη
κλητική βέλος βέλη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βέλος < αρχαία ελληνική , από το βάλλω.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βέλος ουδέτερο

  1. η σαΐτα του τόξου
  2. καθετί βελοειδές· (αρχιτεκτονική) κωνική απόληξη σε κορυφή πύργου, εκκλησίας κ.λπ.

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία