Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
βελόνες για ράψιμο
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βελόνα βελόνες
γενική βελόνας βελονών
& βελόνων
αιτιατική βελόνα βελόνες
κλητική βελόνα βελόνες
 
πλεχτές κάλτσες και βελόνες του πλεξίματος

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βελόνα < αρχαία ελληνική βελόνη

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /vɛ.ˈlɔ.na/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βελόνα θηλυκό

  1. εργαλείο για ράψιμο με αιχμηρή άκρη και μικρό δακτύλιο για το πέρασμα της κλωστής
  2. (συνεκδοχικά) το ράψιμο, η ραπτική
  3. μεταλλικό εργαλείο για πλέξιμο
  4. το αιχμηρό μεταλλικό στέλεχος που προσαρμόζεται σε μια σύριγγα προκειμένου να γίνει ένεση
  5. η ακίδα που προσαρμόζεται στον βραχίονα ενός γραμμόφωνου ή πικ άπ
    πρέπει να αλλάξεις βελόνα στο πικ απ
  6. ο δείκτης μιας συσκευής μέτρησης
    η βελόνα στο στροφόμετρο έφτασε στο κόκκινο
  7. το φύλλο ορισμένων δέντρων όπως το πεύκο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία