Δείτε επίσης: φύλο, φίλο

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
φύλλο δέντρου
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φύλλο τα φύλλα
      γενική του φύλλου των φύλλων
    αιτιατική το φύλλο τα φύλλα
     κλητική φύλλο φύλλα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φύλλο < αρχαία ελληνική φύλλον

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈfi.lɔ/
Ομόηχα: φύλο, φίλο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φύλλο ουδέτερο

  1. (βοτανική) διακριτό μέρος φυτού στο οποίο συμβαίνει η φωτοσύνθεση
    Τα φύλλα των δέντρων
  2. (χαρτοποιία) τυποποιημένο επίπεδο κομμάτι χαρτιού.
    Δώστε μου ένα φύλλο να σημειώσω/ Φέρτε φύλλα για το φωτοτυπικό
    Το τετράδιο με 50 φύλλα έχει 100 σελίδες
  3. (μεταλλουργία) τυποποιημένο επίπεδο κομμάτι μετάλλου.
    Φύλλα αλουμινίου
  4. (μαθηματικά) επίπεδο γεωμετρικό σχήμα που οριοθετείται από δύο τόξα κύκλων.
  5. (μαγειρική) σχετικά επίπεδο και λεπτό κομμάτι ζύμης
    Λέω την Κυριακή να ανοίξω φύλλο για τυρόπιτα
  6. οι εφημερίδες, αλλά και έντυπα που δεν κυκλοφορούν απαραιτήτως καθημερινά
    Θα δημοσιευτεί η αγγελία σας στο φύλλο του Σαββάτου
    Θα βάλω την αγγελία μου σε ένα εβδομαδιαίο φύλλο της Πάτρας
  7. χαρτί της τράπουλας
    Έχω καλό φύλλο/ Θα κάνεις καμιά φορά φύλλα; Κοιμηθήκαμε! (θα μοιράσεις;)
  8. επίσημο έγγραφο
    Φύλλο πορείας
  9. τμήματα επίπλου ή σημείων εισόδου τα οποία ανοιγοκλείνουν
    Τα φύλλα της ντουλάπας, του παράθυρου/Δίφυλλη ντουλάπα

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • φύλλο και φτερό: αναστατώνω και διαλύω καθώς αναζητώ κάτι
  • φύλλο συκής: η ελάχιστη (αλλά ανεπαρκής) προκάλυψη
  • φύλλο πορείας: έγγραφη εντολή σε στρατεύσιμο για την υποχρέωσή του να μετακινηθεί σε νέα μονάδα
  • μέσα από τα φύλλα της καρδιάς μου
  • δεν κουνιέται φύλλο : άπνοια και ζέστη, αλλά μεταφορικά απραξία, αδράνεια

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία