Ουσιαστικό

επεξεργασία

phyllo (en) ή filo (en)

  • φύλλο μαγειρικής ή ζαχαροπλαστικής

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

phyllo (fr) ή filo (fr) αρσενικό

  • φύλλο μαγειρικής ή ζαχαροπλαστικής