Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φύλο φύλα
γενική φύλου φύλων
αιτιατική φύλο φύλα
κλητική φύλο φύλα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φύλο < αρχαία ελληνική φῦλον < φύω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φύλο ουδέτερο

  1. το καθένα από τα δύο γένη (ανδρικό - γυναικείο) στα οποία διαιρούνται τα έμβια όντα, ανάλογα με τα αναπαραγωγικά τους όργανα.
  2. (κατ' ευφημισμό) τα γεννητικά όργανα
  3. σύνολο ανθρώπων με κοινή καταγωγή και αυτόνομη κοινωνικοπολιτική συγκρότηση· φυλή

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία