Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φυλετικός η φυλετική το φυλετικό
      γενική του φυλετικού της φυλετικής του φυλετικού
    αιτιατική τον φυλετικό τη φυλετική το φυλετικό
     κλητική φυλετικέ φυλετική φυλετικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φυλετικοί οι φυλετικές τα φυλετικά
      γενική των φυλετικών των φυλετικών των φυλετικών
    αιτιατική τους φυλετικούς τις φυλετικές τα φυλετικά
     κλητική φυλετικοί φυλετικές φυλετικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φυλετικός < αρχαία ελληνική φυλετικός < φυλέτης (ομόφυλος, από την ίδια φυλή) < φυλή

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φυλετικός

  1. σχετικός με τη φυλή
    • φυλετικές διακρίσεις/ φυλετικά χαρακτηριστικά
    • φυλετικός πόλεμος: ο εμφύλιος
  2. σχετικός με το φύλο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία