Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φυλή οι φυλές
      γενική της φυλής των φυλών
    αιτιατική τη φυλή τις φυλές
     κλητική φυλή φυλές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φυλή < αρχαία ελληνική φῦλλον

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /fi.ˈli/

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φυλή θηλυκό

  1. πληθυσμιακή ομάδα ανθρώπων με κοινή καταγωγή και κοινά γενετικά χαρακτηριστικά
    λευκή / μαύρη / κίτρινη φυλή
  2. το έθνος
    η ελληνική φυλή
  3. ομάδα με κοινά γνωρίσματα και κοινό τρόπο ζωής
    η φυλή των Πυγμαίων / των Ινδιάνων
  4. (μεταφορικά) ομάδα με ιδιαίτερα κοινωνικά χαρακτηριστικά
    οι φυλές της πόλης / των παραθεριστών / των εφήβων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία