Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός      
ονομαστική η φυλετικότητα
      γενική της φυλετικότητας
    αιτιατική τη φυλετικότητα
     κλητική φυλετικότητα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φυλετικότητα < φυλετικ(-ός) + -ότητα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φυλετικότητα θηλυκό

  • (βιολογία) οι εμφανείς και εσωτερικοί ή αφανείς χαρακτήρες ενός ατόμου, οι οποίοι καθορίζονται από το φύλο του είδους του, από το αν είναι δηλαδή αρσενικό ή θηλυκό

ΣημείωσηΕπεξεργασία

  1. (λανθασμένα) η σεξουαλικότητα
  2. (λανθασμένα) ο ρατσισμός και ο φυλετισμός


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία