Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική γυναικείος γυναικεία γυναικείο
γενική γυναικείου γυναικείας γυναικείου
αιτιατική γυναικείο γυναικεία γυναικείο
κλητική γυναικείε γυναικεία γυναικείο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γυναικείοι γυναικείες γυναικεία
γενική γυναικείων γυναικείων γυναικείων
αιτιατική γυναικείους γυναικείες γυναικεία
κλητική γυναικείοι γυναικείες γυναικεία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γυναικείος < αρχαία ελληνική γυναικεῖος < γυνή

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γυναικείος αρσενικό, γυναικεία θηλυκό, γυναικείο ουδέτερο

  1. που ανήκει ή αναφέρεται στη γυναίκα, σε ενήλικα που ανήκει στο γυναικείο φύλο
    γυναικεία συμπεριφορά, γυναικείο ντύσιμο, γυναικεία καμώματα, γυναικεία φυλακή, γυναικείος πληθυσμός
    γυναικεία: τα είδη, σε εμπορικά καταστήματα (γυναικεία, παιδικά, ανδρικά)
  2. που μοιάζει με γυναίκα ή μοιάζει να ανήκει σε γυναίκα, όμως αυτό δεν ισχύει
    μιλάει γυναικεία (έχει λεπτή φωνή ή μιλάει με νάζι)
    άσε τα γυναικεία καμώματα, ακόμα είσαι 13 χρονών

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία