Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

γυναικεία

  1. θηλυκό του γυναικείος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού
  2. ουδέτερο του γυναικείος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού




Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γυναικεία < γυναικεῖος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γυναικεία θηλυκό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία