Δείτε επίσης: γυναίκα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γυνή < αρχαία ελληνική γυνή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷḗn- < *gʷen- (γυναίκα) + *-h₂-

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʝi.ˈni/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γυνή θηλυκό

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γυνή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷḗn- < *gʷen- (γυναίκα) + *-h₂- (μυκηναϊκή διάλεκτος: 𐀓𐀙𐀊: ku-na-ja)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γυνή θηλυκό

  1. γυναίκα
  2. σύζυγος
  3. θνητή
  4. θηλυκό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ὅρκους γυναικὸς εἰς ὕδωρ γράφω
  • γυναιξὶ κόσμον ἡ σιγὴ φέρει

ΚλίσηΕπεξεργασία

Πτώση Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός
Ονομαστική ἡ γυνή αἱ γυναῖκες
Γενική τῆς γυναικός τῶν γυναικῶν
Δοτική τῇ γυναικί ταῖς γυναιξί(ν)
Αιτιατική τὴν γυναῖκα τὰς γυναῖκας
Κλητική (ὦ) γύναι (ὦ) γυναῖκες