Νέα ελληνικά (el)

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πόρνη οι πόρνες
      γενική της πόρνης των πορνών
    αιτιατική την πόρνη τις πόρνες
     κλητική πόρνη πόρνες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Πελάτης και πόρνη σε μελανόμορφο κύπελλο. Η πράξη δηλώνεται από το βαλάντιο πάνω από το ζευγάρι.

  Ετυμολογία

πόρνη < αρχαία ελληνική πόρνη < πέρνημι

  Προφορά

ΔΦΑ : /ˈpoɾ.ni/

  Ουσιαστικό

πόρνη θηλυκό

  1. (επάγγελμα) η γυναίκα που προσφέρει σεξουαλικές υπηρεσίες έναντι χρηματικής αμοιβής
  2. υβριστικός χαρακτηρισμός

Συνώνυμα

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα

  Μεταφράσεις



Αρχαία ελληνικά (grc)

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική πόρνη αἱ πόρναι
      γενική τῆς πόρνης τῶν πορνῶν
      δοτική τῇ πόρν ταῖς πόρναις
    αιτιατική τὴν πόρνην τὰς πόρνᾱς
     κλητική ! πόρνη πόρναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πόρν
γεν-δοτ τοῖν  πόρναιν
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'βελόνη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

πόρνη < πέρνημι

  Ουσιαστικό

πόρνη θηλυκό

  Πηγές