Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πέρνημι < περάω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *per- (διαπερνώ, διασχίζω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

πέρνημι

  1. ταξιδεύω σε μακρινές χώρες, για να πουλήσω
  2. πωλώ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία