Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πωλώ < αρχαία ελληνική πωλέω - πωλῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

πωλώ

  1. μεταβιβάζω ένα αγαθό έναντι χρημάτων

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Χρησιμοποιείται αντί του λαϊκότερου πουλάω - πουλώ σε επίσημα έγγραφα, πχ συμβόλαια, και σε αγγελίες.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία