Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγοράζω < αρχαία ελληνική ἀγοράζω (συχνάζω στην αγορά) < ἀγορά < ἀγείρω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ɣɔˈɾa.zɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

αγοράζω, πρτ.: π-εν, στ.μέλλ.: θα αγοράζομαι, αόρ.: αγόρασα, π.αόρ.: αγοράστηκα, μτχ.π.π.: αγορασμένος

  1. αποκτώ κάτι πληρώνοντας χρήματα
  2. αποσπώ με αντάλλαγμα την υποστήριξη ή εύνοια
    συνώνυμα: εξαγοράζω, δωροδοκώ
  3. (μεταφορικά) προσπαθώ να καταλάβω τις σκέψεις κάποιου
    συνώνυμα: τον ψαρεύω

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία