Δείτε επίσης: ἀγοράζω

Ετυμολογία

επεξεργασία
αγοράζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀγοράζω (συχνάζω στην αγορά) < ἀγορά < ἀγείρω

αγοράζω, αόρ.: αγόρασα, παθ.φωνή: αγοράζομαι, π.αόρ.: αγοράστηκα, μτχ.π.π.: αγορασμένος

  1. αποκτώ κάτι πληρώνοντας χρήματα
      Αυτός ο πίνακας αγοράστηκε από τον παππού μου πριν από 50 χρόνια.
      Η ευτυχία δεν είναι κάτι που αγοράζεται.
  2. αποσπώ με αντάλλαγμα την υποστήριξη ή εύνοια
     συνώνυμα: εξαγοράζω, δωροδοκώ
  3. (μεταφορικά) προσπαθώ να καταλάβω τις σκέψεις κάποιου
     συνώνυμα: τον ψαρεύω

Εκφράσεις

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

Μεταφράσεις

επεξεργασία