Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγορά οι αγορές
      γενική της αγοράς των αγορών
    αιτιατική την αγορά τις αγορές
     κλητική αγορά αγορές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγορά < αρχαία ελληνική ἀγορά < ἀγείρω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ɣɔˈɾa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αγορά θηλυκό

  1. (ιστορία) ο χώρος στο κέντρο μιας πόλης, όπου συγκεντρώνονταν οι πολίτες για να συζητήσουν τα τρέχοντα προβλήματα και να αγοράσουν προϊόντα
  2. (χώρος) το μέρος μιας πόλης όπου είναι συγκεντρωμένα εμπορικά καταστήματα
  3. (χώρος) κτήριο που στεγάζει πολλά εμπορικά καταστήματα
    ένα από τα αξιοθέατα των Χανίων είναι και η Παλιά Αγορά της πόλης
  4. (έννοια) το σύνολο των ανθρώπων που ασχολούνται με τις αγορές και τις πωλήσεις
    η αγορά δείχνει ανήσυχη απέναντι στις εξελίξεις
  5. (ενέργεια, πράξη) η απόκτηση ενός αγαθού έναντι κάποιου χρηματικού ποσού ή άλλου τιμήματος, η ενέργεια με την οποία κάποιος γίνεται ιδιοκτήτης υλικού ή πνευματικού αντικειμένου δίνοντας χρήματα ή άλλο οικονομικό αντάλλαγμα
    αντώνυμα: πώληση
  6. (σπάνιο, λόγιο) η συγκέντρωση
    αγορά θεών

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία