Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συγκέντρωση οι συγκεντρώσεις
      γενική της συγκέντρωσης
& συγκεντρώσεως
των συγκεντρώσεων
    αιτιατική τη συγκέντρωση τις συγκεντρώσεις
     κλητική συγκέντρωση συγκεντρώσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συγκέντρωση < ελληνιστική συγκέντρωσις < συγκεντρῶ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συγκέντρωση θηλυκό

  1. μάζεμα
    πρώτος σκοπός της Μακντόναλντ ήταν η συγκέντρωση και ψηφιοποίηση όλων των αρχαίων ελληνικών κειμένων
  2. μάζωξη, συνάθροιση πολλών ατόμων ή αντικειμένων σε ένα σημείο
    όταν το κράτος βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας απαγορεύονται οι συγκεντρώσεις άνω των πέντε ατόμων
  3. κατάσταση στην οποία κάποιος σκέφτεται μόνο για κάτι συγκεκριμένο
  4. (χημεία) αναλογία της ποσότητας μιας ουσίας σχετικά με την ποσότητα μιας άλλης ουσίας σε ένα μείγμα ή διάλυμα
    η συγκέντρωση αλάτων στο νερό είναι απαγορευτική για να το πιει κάποιος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη  συγκεντρώνω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια