Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο συγκεκριμένος η συγκεκριμένη το συγκεκριμένο
      γενική του συγκεκριμένου της συγκεκριμένης του συγκεκριμένου
    αιτιατική τον συγκεκριμένο τη συγκεκριμένη το συγκεκριμένο
     κλητική συγκεκριμένε συγκεκριμένη συγκεκριμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι συγκεκριμένοι οι συγκεκριμένες τα συγκεκριμένα
      γενική των συγκεκριμένων των συγκεκριμένων των συγκεκριμένων
    αιτιατική τους συγκεκριμένους τις συγκεκριμένες τα συγκεκριμένα
     κλητική συγκεκριμένοι συγκεκριμένες συγκεκριμένα
όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συγκεκριμένος < ελληνιστική μετοχή συγκεκριμένος < αρχαία ελληνική μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συγκρίνω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

συγκεκριμένος

  1. Ο ορισμένος με σαφήνεια, σε αντιδιαστολή προς οτιδήποτε σχετικό αλλά διαφορετικό, το οποίο μπορεί να εννοηθεί προκαλώντας σύγχυση. Η χρήση της αποσκοπεί στο να αποκλειστεί η ασάφεια και η παρερμηνεία. Χρήση επιθέτου μπορεί επίσης να έχει.
    Χρειάζονται συγκεκριμένες προτάσεις και όχι αερολογίες και γενικούρες.
    Μας ζήτησε το συγκεκριμένο προϊόν γιατί δεν ήθελε ακριβότερο, ο άνθρωπος ήταν σαφής.
  2. συγκεκριμένα ουσιαστικά: εκείνα που σημαίνουν πρόσωπα, ζώα, πράγματα π.χ. άνδρας, αλεπού, σκευοφυλάκιο, και όχι αφηρημένες έννοιες όπως π.χ. αλήθεια, πίστη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

με εννοιολογική διαφοροποίηση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία