Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

certain < μέση αγγλική certain, certein < παλαιά γαλλική certain < λατινική certanus < certus, cretus < cernere

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsɜː.tn̩/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

certain (en)

  1. βέβαιος, σίγουρος
  2. ορισμένος (που όμως δεν κατονομάζεται)
    Certain people here have no mercy at all.

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

certain < λατινική certanus

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sɛʁ.tɛ̃/
certain 

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό certain certains
θηλυκό certaine certaines

certain (fr)

  1. βέβαιος, σίγουρος