Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

certainty (en)

  1. η βεβαιότητα, το να είναι κανείς βέβαιος για κάτι, να μην έχει αμφιβολίες
     συνώνυμα: certitude
  2. κάτι που είναι βέβαιο