Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

confidence (en)

  1. εμπιστοσύνη
    confidence vote - ψήφος εμπιστοσύνης
  2. εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, αυτοπεποίθηση
    very often adolescents lack confidence
  3. βεβαιότητα
  4. πληροφορία που κρατιέται μυστική