Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

certitude (en)

  1. η βεβαιότητα, το να είναι κανείς βέβαιος για κάτι, να μην έχει αμφιβολίες
     συνώνυμα: certainty



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
certitude certitudes

certitude (fr) θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία