Δείτε επίσης: ὡρισμένος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ορισμένος η ορισμένη το ορισμένο
      γενική του ορισμένου της ορισμένης του ορισμένου
    αιτιατική τον ορισμένο την ορισμένη το ορισμένο
     κλητική ορισμένε ορισμένη ορισμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ορισμένοι οι ορισμένες τα ορισμένα
      γενική των ορισμένων των ορισμένων των ορισμένων
    αιτιατική τους ορισμένους τις ορισμένες τα ορισμένα
     κλητική ορισμένοι ορισμένες ορισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ορισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ορίζω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /o.ɾiˈzme.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ο‐ρι‐σμέ‐νος

  ΜετοχήΕπεξεργασία

ορισμένος, -η, -ο

  1. που έχει οριστεί
  2. αόριστη έκφραση
    1. για κάποιο πρόσωπο ή πράγμα που ανήκει σε κατηγορία με γνωστές ιδιότητες αλλά δεν κατονομάζεται επακριβώς· κάποιος
      ορισμένοι υπάλληλοι της υπηρεσίας αυτής συμπεριφέρονται απρεπώς προς τους πολίτες
      σε ορισμένα σημεία του κειμένου υπάρχουν ασάφειες
    2. κάποιος (προεξαγγελτικά)
      θα σας διαβάσω ορισμένα αποσπάσματα από το καινούριο βιβλίο του ...
  3. έκφραση για κάποιο πρόσωπο ή πράγμα με συγκεκριμένες ιδιότητες

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία